εκδίδω
•
- τυπώνω κάτι και το κυκλοφορώ, το δημοσιεύω σε έντυπη μορφή Βικιλεξικό
- (ειδικότερα) πραγματοποιώ επιμέλεια ή διορθώσεις σε παλαιότερο έγγραφο το οποίο κυκλοφορεί ξανά
- ανακοινώνω απόφαση Βικιλεξικό
- Χωρίς πλαστικές σημαιούλες, ανεξέλεγκτες αφισοκολλήσεις, αεροπανό, σπρέι και άλλα διαφημιστικά «όπλα» θα διεξαχθεί η προεκλογική εκστρατεία των υποψηφίων για τις δημοτικές και περιφερειακές εκλογές, η οποία ξεκίνησε επίσημα στις 9 Αυγούστου, σύμφωνα με εγκύκλιο που εξέδωσε το υπουργείο Εσωτερικών η οποία καθορίζει τις χρήσεις των χώρων.
- νομικός όροςσυλλαμβάνω αλλοδαπό εγκληματία και τον παραδίνω στην αστυνομία της χώρας του Βικιλεξικό
- συντάσσω επίσημο έγγραφο και το παραδίδω στον αιτούντα Βικιλεξικό
- Με προεδρικό διάταγμα, το οποίο εκδίδεται μετά από πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Οικονομικών, ρυθμίζονται θέματα που αφορούν στη βεβαίωση εσόδων, στην ανάληψη υποχρεώσεων, στην έκδοση χρηματικών ενταλμάτων, στην ευθύνη και στον καταλογισμό σε βάρος των προσώπων που τα εκδίδουν και τα προσυπογράφουν, στη διαδικασία και το περιεχόμενο του ελέγχου των χρηματικών ενταλμάτων, στη χρηματική διαχείριση της ταμειακής υπηρεσίας, στη λογοδοσία των υπαλλήλων που ασκούν καθήκοντα ταμία (Νόμος 3852/2010, Άρθρο 268)
- κάνω μια γυναίκα πόρνη και της βρίσκω πελατεία επί πληρωμή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκδίδω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐκδίδωμι (παραδίνω) : (έκδοση παλαιότερης συγγραφής) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική éditer και αγγλική edit : (σύνταξη επίσημου εγγράφου) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική émettre, délivrer : (νομικός όρος) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική extrader
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εκδίδω | εκδίδεις | εκδίδει | εκδίδουμε | εκδίδετε | εκδίδουν / εκδίδουνε |
| Παρατατικός | εξέδιδα | εξέδιδες | εξέδιδε | εκδίδαμε | εκδίδατε | εκδίδαν / εκδίδανε / εξέδιδαν |
| Αόριστος | εξέδωσα | εξέδωσες | εξέδωσε | εκδώσαμε | εκδώσατε | εκδώσαν / εκδώσανε / εξέδωσαν |
| Μέλλοντας | θα εκδίδω / θα εκδώσω | θα εκδίδεις / θα εκδώσεις | θα εκδίδει / θα εκδώσει | θα εκδίδουμε / θα εκδώσουμε | θα εκδίδετε / θα εκδώσετε | θα εκδίδουν / θα εκδίδουνε / θα εκδώσουν / θα εκδώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εκδώσει | έχεις εκδώσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εκδώσει | είχες εκδώσει | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εκδώσει / να εκδίδω / να εκδώσω | να έχεις εκδώσει / να εκδίδεις / να εκδώσεις | να εκδίδει / να εκδώσει | να εκδίδουμε / να εκδώσουμε | να εκδίδετε / να εκδώσετε | να εκδίδουν / να εκδίδουνε / να εκδώσουν / να εκδώσουνε |
| Προστακτική | — | έκδιδε / έκδωσε / έχε εκδομένο | — | — | εκδίδετε / εκδώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
εκδόθηκαεκδίδομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →