Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εκδοθείς

ρήμα, αρσενικό
•
  1. λόγια μετοχή που χρησιμεύει και στο νεοελληνικό εκδίδομαι για εκείνον που έχει εκδοθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εκδοθείς < από την αρχαία μετοχή ἐκδοθείς, ἐκδοθεῖσα, ἐκδοθέν, του παθητικού αορίστου του ρήματος ἐκδίδωμι

Άλλοι τύποι

εκδοθένεκδοθένταεκδοθένταςεκδοθέντεςεκδοθέντοςεκδοθέντωνεκδοθείςεκδοθείσαεκδοθείσαςεκδοθείσεςεκδοθείσηςεκδοθεισών

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →