εκδικούμαι
•
- παίρνω εκδίκηση, ανταποδίδω κάποια αδικία ή προσβολή που (μου) έγινε Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκδικούμαι < (ελληνιστική κοινή) / ἐκδικοῦμαι < αρχαία ελληνική ἐκδικέω / ἐκδικῶ < ἐκ + δίκη
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εκδικούμαι | εκδικείσαι | εκδικείται | εκδικούμαστε | εκδικείστε | εκδικούνται |
| Παρατατικός | εκδικούμουν | εκδικούσουν | εκδικούνταν | εκδικούμασταν / εκδικούμαστε | εκδικούσασταν / εκδικούσαστε | εκδικούνταν |
| Αόριστος | εκδικήθηκα | εκδικήθηκες | εκδικήθηκε | εκδικηθήκαμε | εκδικηθήκατε | εκδικήθηκαν / εκδικηθήκαν / εκδικηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα εκδικηθώ / θα εκδικούμαι | θα εκδικείσαι / θα εκδικηθείς | θα εκδικείται / θα εκδικηθεί | θα εκδικηθούμε / θα εκδικούμαστε | θα εκδικείστε / θα εκδικηθείτε | θα εκδικηθούν / θα εκδικηθούνε / θα εκδικούνται |
| Παρακείμενος | έχω εκδικηθεί | έχεις εκδικηθεί | έχει εκδικηθεί | έχουμε εκδικηθεί | έχετε εκδικηθεί | έχουν εκδικηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα εκδικηθεί | είχες εκδικηθεί | είχε εκδικηθεί | είχαμε εκδικηθεί | είχατε εκδικηθεί | είχαν εκδικηθεί |
| Υποτακτική | να έχω εκδικηθεί / να εκδικηθώ / να εκδικούμαι | να έχεις εκδικηθεί / να εκδικείσαι / να εκδικηθείς | να έχει εκδικηθεί / να εκδικείται / να εκδικηθεί | να έχουμε εκδικηθεί / να εκδικηθούμε / να εκδικούμαστε | να έχετε εκδικηθεί / να εκδικείστε / να εκδικηθείτε | να έχουν εκδικηθεί / να εκδικηθούν / να εκδικηθούνε / να εκδικούνται |
| Προστακτική | — | εκδικήσου | — | — | εκδικείστε / εκδικηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →