εκθειάζω
•
- λόγιοεγκωμιάζω, επαινώ υπερβολικά, εξαίρω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκθειάζω < (ελληνιστική κοινή) < ἐκ + αρχαία ελληνική θειάζω < θεῖος < θεός
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εκθειάζω | εκθειάζεις | εκθειάζει | εκθειάζουμε | εκθειάζετε | εκθειάζουν / εκθειάζουνε |
| Παρατατικός | εκθείαζα | εκθείαζες | εκθείαζε | εκθειάζαμε | εκθειάζατε | εκθείαζαν / εκθειάζαν / εκθειάζανε |
| Αόριστος | εκθείασα | εκθείασες | εκθείασε | εκθειάσαμε | εκθειάσατε | εκθείασαν / εκθειάσαν / εκθειάσανε |
| Μέλλοντας | θα εκθειάζω / θα εκθειάσω | θα εκθειάζεις / θα εκθειάσεις | θα εκθειάζει / θα εκθειάσει | θα εκθειάζουμε / θα εκθειάσουμε | θα εκθειάζετε / θα εκθειάσετε | θα εκθειάζουν / θα εκθειάζουνε / θα εκθειάσουν / θα εκθειάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εκθειάσει | έχεις εκθειάσει | έχει εκθειάσει | έχουμε εκθειάσει | έχετε εκθειάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εκθειάσει | είχες εκθειάσει | είχε εκθειάσει | είχαμε εκθειάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εκθειάσει / να εκθειάζω / να εκθειάσω | να έχεις εκθειάσει / να εκθειάζεις / να εκθειάσεις | να έχει εκθειάσει / να εκθειάζει / να εκθειάσει | να έχουμε εκθειάσει / να εκθειάζουμε / να εκθειάσουμε | να έχετε εκθειάσει / να εκθειάζετε / να εκθειάσετε | να εκθειάζουν / να εκθειάζουνε / να εκθειάσουν / να εκθειάσουνε |
| Προστακτική | — | εκθείαζε / εκθείασε | — | — | εκθειάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
εκθειάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →