Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εκθειαστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον εκθειαστή ή τον εκθειασμό ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εκθειαστικός < εκθειαστής + -ικός < εκθειάζω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεκθειαστικόςεκθειαστικήεκθειαστικό
Γενικήεκθειαστικούεκθειαστικήςεκθειαστικού
Αιτιατικήεκθειαστικόεκθειαστικήεκθειαστικό
Κλητικήεκθειαστικέεκθειαστικήεκθειαστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεκθειαστικοίεκθειαστικέςεκθειαστικά
Γενικήεκθειαστικώνεκθειαστικώνεκθειαστικών
Αιτιατικήεκθειαστικούςεκθειαστικέςεκθειαστικά
Κλητικήεκθειαστικοίεκθειαστικέςεκθειαστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →