εκθειαστικός
•
- που έχει σχέση με τον εκθειαστή ή τον εκθειασμό ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκθειαστικός < εκθειαστής + -ικός < εκθειάζω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εκθειαστικός | εκθειαστική | εκθειαστικό |
| Γενική | εκθειαστικού | εκθειαστικής | εκθειαστικού |
| Αιτιατική | εκθειαστικό | εκθειαστική | εκθειαστικό |
| Κλητική | εκθειαστικέ | εκθειαστική | εκθειαστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εκθειαστικοί | εκθειαστικές | εκθειαστικά |
| Γενική | εκθειαστικών | εκθειαστικών | εκθειαστικών |
| Αιτιατική | εκθειαστικούς | εκθειαστικές | εκθειαστικά |
| Κλητική | εκθειαστικοί | εκθειαστικές | εκθειαστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →