εκθεσιακός
•
- που σχετίζεται με τη διοργάνωση, παρουσίαση ή λειτουργία εκθέσεων (καλλιτεχνικών, εμπορικών κ.ά.) Βικιλεξικό
- που προορίζεται ή είναι διαμορφωμένος για τη φιλοξενία εκθέσεων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκθεσιακός < έκθεσις + -ακός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εκθεσιακός | εκθεσιακή | εκθεσιακό |
| Γενική | εκθεσιακού | εκθεσιακής | εκθεσιακού |
| Αιτιατική | εκθεσιακό | εκθεσιακή | εκθεσιακό |
| Κλητική | εκθεσιακέ | εκθεσιακή | εκθεσιακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εκθεσιακοί | εκθεσιακές | εκθεσιακά |
| Γενική | εκθεσιακών | εκθεσιακών | εκθεσιακών |
| Αιτιατική | εκθεσιακούς | εκθεσιακές | εκθεσιακά |
| Κλητική | εκθεσιακοί | εκθεσιακές | εκθεσιακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →