Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εκθεσιακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που σχετίζεται με τη διοργάνωση, παρουσίαση ή λειτουργία εκθέσεων (καλλιτεχνικών, εμπορικών κ.ά.) Βικιλεξικό
  2. που προορίζεται ή είναι διαμορφωμένος για τη φιλοξενία εκθέσεων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εκθεσιακός < έκθεσις + -ακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεκθεσιακόςεκθεσιακήεκθεσιακό
Γενικήεκθεσιακούεκθεσιακήςεκθεσιακού
Αιτιατικήεκθεσιακόεκθεσιακήεκθεσιακό
Κλητικήεκθεσιακέεκθεσιακήεκθεσιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεκθεσιακοίεκθεσιακέςεκθεσιακά
Γενικήεκθεσιακώνεκθεσιακώνεκθεσιακών
Αιτιατικήεκθεσιακούςεκθεσιακέςεκθεσιακά
Κλητικήεκθεσιακοίεκθεσιακέςεκθεσιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →