εκθρόνιση
•
- η ενέργεια του εκθρονίζω, η εκδίωξη από τον (βασιλικό, πατριαρχικό κ.λπ.) θρόνο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκθρόνιση < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εκθρόνιση | εκθρονίσεις |
| Γενική | εκθρόνισης | εκθρονίσεων |
| Αιτιατική | εκθρόνιση | εκθρονίσεις |
| Κλητική | εκθρόνιση | εκθρονίσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →