εκθρονίζω
•
- πολιτικήαπομακρύνω, συνήθως με τη βία, κάποιον από το θρόνο του ή την εξουσία Βικιλεξικό
- μεταφορικάεκτοπίζω κάποιον από την κορυφή κάποιου αξιολογικού πίνακα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκθρονίζω, ήδη από το 1826 (ἐκθρονίζω) < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική détrôner. Μορφολογικά αναλύεται σε εκ- + -θρονίζω κατά το ενθρονίζω.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εκθρονίζω | εκθρονίζεις | εκθρονίζει | εκθρονίζουμε | εκθρονίζετε | εκθρονίζουν / εκθρονίζουνε |
| Παρατατικός | εκθρόνιζα | εκθρόνιζες | εκθρόνιζε | εκθρονίζαμε | εκθρονίζατε | εκθρονίζαν / εκθρονίζανε / εκθρόνιζαν |
| Αόριστος | εκθρόνισα | εκθρόνισες | εκθρόνισε | εκθρονίσαμε | εκθρονίσατε | εκθρονίσαν / εκθρονίσανε / εκθρόνισαν |
| Μέλλοντας | θα εκθρονίζω / θα εκθρονίσω | θα εκθρονίζεις / θα εκθρονίσεις | θα εκθρονίζει / θα εκθρονίσει | θα εκθρονίζουμε / θα εκθρονίσουμε | θα εκθρονίζετε / θα εκθρονίσετε | θα εκθρονίζουν / θα εκθρονίζουνε / θα εκθρονίσουν / θα εκθρονίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εκθρονίσει | έχεις εκθρονίσει | έχει εκθρονίσει | έχουμε εκθρονίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εκθρονίσει | είχες εκθρονίσει | είχε εκθρονίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εκθρονίσει / να εκθρονίζω / να εκθρονίσω | να έχεις εκθρονίσει / να εκθρονίζεις / να εκθρονίσεις | να έχει εκθρονίσει / να εκθρονίζει / να εκθρονίσει | να έχουμε εκθρονίσει / να εκθρονίζουμε / να εκθρονίσουμε | να εκθρονίζετε / να εκθρονίσετε | να εκθρονίζουν / να εκθρονίζουνε / να εκθρονίσουν / να εκθρονίσουνε |
| Προστακτική | — | εκθρόνιζε / εκθρόνισε | — | — | εκθρονίζετε / εκθρονίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
εκθρονίστηκαεκθρονίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →