Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εκκένωση

/eˈce.no.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκκενώνω Βικιλεξικό
  2. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκκενώνω Βικιλεξικό
  3. φυσικήη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκκενώνω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εκκένωση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐκκένω(σις) + -ση < ἐκ- + αρχαία ελληνική κένωσις < κενόω / κενῶ < → και δείτε τη λέξη κενός. Συγχρονικά αναλύεται σε εκ- + κένωση. :* για τη φυσική < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική discharge

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεκκένωσηεκκενώσεις
Γενικήεκκένωσηςεκκενώσεων
Αιτιατικήεκκένωσηεκκενώσεις
Κλητικήεκκένωσηεκκενώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →