εκκένωση
•
- λόγιοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκκενώνω Βικιλεξικό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκκενώνω Βικιλεξικό
- φυσικήη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκκενώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκκένωση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐκκένω(σις) + -ση < ἐκ- + αρχαία ελληνική κένωσις < κενόω / κενῶ < → και δείτε τη λέξη κενός. Συγχρονικά αναλύεται σε εκ- + κένωση. :* για τη φυσική < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική discharge
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εκκένωση | εκκενώσεις |
| Γενική | εκκένωσης | εκκενώσεων |
| Αιτιατική | εκκένωση | εκκενώσεις |
| Κλητική | εκκένωση | εκκενώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →