κενώνω
•
- λόγιοαδειάζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κενώνω < μεσαιωνική ελληνική κενώνω αρχαία ελληνική κενόω / κενῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κενώνω | κενώνεις | κενώνει | κενώνουμε | κενώνετε | κενώνουν / κενώνουνε |
| Παρατατικός | κένωνα | κένωνες | κένωνε | κενώναμε | κενώνατε | κένωναν / κενώναν / κενώνανε |
| Αόριστος | κένωσα | κένωσες | κένωσε | κενώσαμε | κενώσατε | κένωσαν / κενώσαν / κενώσανε |
| Μέλλοντας | θα κενώνω / θα κενώσω | θα κενώνεις / θα κενώσεις | θα κενώνει / θα κενώσει | θα κενώνουμε / θα κενώσουμε | θα κενώνετε / θα κενώσετε | θα κενώνουν / θα κενώνουνε / θα κενώσουν / θα κενώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κενώσει | έχεις κενώσει | έχει κενώσει | έχουμε κενώσει | έχετε κενώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κενώσει | είχες κενώσει | είχε κενώσει | είχαμε κενώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κενώσει / να κενώνω / να κενώσω | να έχεις κενώσει / να κενώνεις / να κενώσεις | να έχει κενώσει / να κενώνει / να κενώσει | να έχουμε κενώσει / να κενώνουμε / να κενώσουμε | να έχετε κενώσει / να κενώνετε / να κενώσετε | να κενώνουν / να κενώνουνε / να κενώσουν / να κενώσουνε |
| Προστακτική | — | κένωνε / κένωσε | — | — | κενώνετε / κενώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →