εκκαθαριστικό
•
- οικονομίαέγγραφο ή ηλεκτρονικό σημείωμα της εφορίας (ή άλλης υπηρεσίας), με το οποίο γίνεται η εκκαθάριση των φορολογικών (ή άλλων) υποχρεώσεων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκκαθαριστικό < ουδέτερο του εκκαθαριστικός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εκκαθαριστικό | εκκαθαριστικά |
| Γενική | εκκαθαριστικού | εκκαθαριστικών |
| Αιτιατική | εκκαθαριστικό | εκκαθαριστικά |
| Κλητική | εκκαθαριστικό | εκκαθαριστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →