εκκαθαρίζω
•
- λόγιοδιώχνω όσους θεωρούνται ανεπιθύμητοι ή ανίκανοι Βικιλεξικό
- οικονομίαυπολογίζω το τελικό πιστωτικό ή χρεωστικό υπόλοιπο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκκαθαρίζω < (ελληνιστική κοινή)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εκκαθαρίζω | εκκαθαρίζεις | εκκαθαρίζει | εκκαθαρίζουμε | εκκαθαρίζετε | εκκαθαρίζουν / εκκαθαρίζουνε |
| Παρατατικός | εκκαθάριζα | εκκαθάριζες | εκκαθάριζε | εκκαθαρίζαμε | εκκαθαρίζατε | εκκαθάριζαν / εκκαθαρίζαν / εκκαθαρίζανε |
| Αόριστος | εκκαθάρισα | εκκαθάρισες | εκκαθάρισε | εκκαθαρίσαμε | εκκαθαρίσατε | εκκαθάρισαν / εκκαθαρίσαν / εκκαθαρίσανε |
| Μέλλοντας | θα εκκαθαρίζω / θα εκκαθαρίσω | θα εκκαθαρίζεις / θα εκκαθαρίσεις | θα εκκαθαρίζει / θα εκκαθαρίσει | θα εκκαθαρίζουμε / θα εκκαθαρίσουμε | θα εκκαθαρίζετε / θα εκκαθαρίσετε | θα εκκαθαρίζουν / θα εκκαθαρίζουνε / θα εκκαθαρίσουν / θα εκκαθαρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εκκαθαρίσει | έχεις εκκαθαρίσει | έχει εκκαθαρίσει | έχουμε εκκαθαρίσει | έχετε εκκαθαρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εκκαθαρίσει | είχες εκκαθαρίσει | είχε εκκαθαρίσει | είχαμε εκκαθαρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εκκαθαρίσει / να εκκαθαρίζω / να εκκαθαρίσω | να έχεις εκκαθαρίσει / να εκκαθαρίζεις / να εκκαθαρίσεις | να έχει εκκαθαρίσει / να εκκαθαρίζει / να εκκαθαρίσει | να έχουμε εκκαθαρίσει / να εκκαθαρίζουμε / να εκκαθαρίσουμε | να έχετε εκκαθαρίσει / να εκκαθαρίζετε / να εκκαθαρίσετε | να εκκαθαρίζουν / να εκκαθαρίζουνε / να εκκαθαρίσουν / να εκκαθαρίσουνε |
| Προστακτική | — | εκκαθάριζε / εκκαθάρισε | — | — | εκκαθαρίζετε / εκκαθαρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →