Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εκκαθαριστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο σχετικός με τον εκκαθαριστή και την εκκαθάριση Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοεκκαθαριστικό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εκκαθαριστικός < εκκαθαριστής + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεκκαθαριστικόςεκκαθαριστικήεκκαθαριστικό
Γενικήεκκαθαριστικούεκκαθαριστικήςεκκαθαριστικού
Αιτιατικήεκκαθαριστικόεκκαθαριστικήεκκαθαριστικό
Κλητικήεκκαθαριστικέεκκαθαριστικήεκκαθαριστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεκκαθαριστικοίεκκαθαριστικέςεκκαθαριστικά
Γενικήεκκαθαριστικώνεκκαθαριστικώνεκκαθαριστικών
Αιτιατικήεκκαθαριστικούςεκκαθαριστικέςεκκαθαριστικά
Κλητικήεκκαθαριστικοίεκκαθαριστικέςεκκαθαριστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →