εκκαθαριστικός
•
- ο σχετικός με τον εκκαθαριστή και την εκκαθάριση Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοεκκαθαριστικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκκαθαριστικός < εκκαθαριστής + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εκκαθαριστικός | εκκαθαριστική | εκκαθαριστικό |
| Γενική | εκκαθαριστικού | εκκαθαριστικής | εκκαθαριστικού |
| Αιτιατική | εκκαθαριστικό | εκκαθαριστική | εκκαθαριστικό |
| Κλητική | εκκαθαριστικέ | εκκαθαριστική | εκκαθαριστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εκκαθαριστικοί | εκκαθαριστικές | εκκαθαριστικά |
| Γενική | εκκαθαριστικών | εκκαθαριστικών | εκκαθαριστικών |
| Αιτιατική | εκκαθαριστικούς | εκκαθαριστικές | εκκαθαριστικά |
| Κλητική | εκκαθαριστικοί | εκκαθαριστικές | εκκαθαριστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →