εκκυβεύω
•
- νομικός όροςβγάζω από την κληρωτίδα τους λαχνούς που κερδίζουν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκκυβεύω < (καθαρεύουσα) ἐκκυβεύω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐκκυβεύω (παίζω στα ζάρια, διακυβεύω)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εκκυβεύω | εκκυβεύεις | εκκυβεύει | εκκυβεύουμε | εκκυβεύετε | εκκυβεύουν / εκκυβεύουνε |
| Παρατατικός | εκκύβευα | εκκύβευες | εκκύβευε | εκκυβεύαμε | εκκυβεύατε | εκκυβεύαν / εκκυβεύανε / εκκύβευαν |
| Αόριστος | εκκύβευσα | εκκύβευσες | εκκύβευσε | εκκυβεύσαμε | εκκυβεύσατε | εκκυβεύσαν / εκκυβεύσανε / εκκύβευσαν |
| Μέλλοντας | θα εκκυβεύσω / θα εκκυβεύω | θα εκκυβεύεις / θα εκκυβεύσεις | θα εκκυβεύει / θα εκκυβεύσει | θα εκκυβεύουμε / θα εκκυβεύσουμε | θα εκκυβεύετε / θα εκκυβεύσετε | θα εκκυβεύουν / θα εκκυβεύουνε / θα εκκυβεύσουν / θα εκκυβεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εκκυβεύσει | έχεις εκκυβεύσει | έχει εκκυβεύσει | έχουμε εκκυβεύσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εκκυβεύσει | είχες εκκυβεύσει | είχε εκκυβεύσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εκκυβεύσει / να εκκυβεύσω / να εκκυβεύω | να έχεις εκκυβεύσει / να εκκυβεύεις / να εκκυβεύσεις | να έχει εκκυβεύσει / να εκκυβεύει / να εκκυβεύσει | να έχουμε εκκυβεύσει / να εκκυβεύουμε / να εκκυβεύσουμε | να εκκυβεύετε / να εκκυβεύσετε | να εκκυβεύουν / να εκκυβεύουνε / να εκκυβεύσουν / να εκκυβεύσουνε |
| Προστακτική | — | εκκύβευε / εκκύβευσε | — | — | εκκυβεύετε / εκκυβεύστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
εκκυβεύθηκαεκκυβεύομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →