εκλεπτυσμένος
•
- μεταφορικάπου έχει εκλεπτυνθεί Βικιλεξικό
- Βασιζόταν στην καλή του εμφάνιση και στην όμορφη κορμοστασιά του, στους εκλεπτυσμένους τρόπους του και στην αξιοπρεπή του μόρφωση για να κερδίσει όσα ήθελε, και σπάνια απογοητευόταν. Παρ' όλα αυτά, δεν έβρισκε ησυχία.
- Εκλεπτυσμένος σαρκασμός, μελαγχολία και ματαίωση, αισθαντικότητα και ηδονοθηρική διάθεση ζυμώνονται στις φράσεις του αθηναίου συγγραφέα, που ενίοτε υπογράφει και ως Απίκιος (sic: του Αθηναίου με μικρό α)
Ετυμολογία
εκλεπτυσμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος εκλεπτύνω. (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική raffiné ή την αγγλική refined)
Άλλοι τύποι
εκλεπτυσμέναεκλεπτυσμένεεκλεπτυσμένεςεκλεπτυσμένηεκλεπτυσμένηςεκλεπτυσμένοεκλεπτυσμένοιεκλεπτυσμένοςεκλεπτυσμένουεκλεπτυσμένουςεκλεπτυσμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →