εκλεπτύνω
•
- λόγιοκάνω κάτι πιο λεπτό Βικιλεξικό
- μεταφορικάεξευγενίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκλεπτύνω < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική λεπτύνω < λεπτός < λέπω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *lep- (φλούδα, φλοιός)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εκλεπτύνω | εκλεπτύνεις | εκλεπτύνει | εκλεπτύνουμε | εκλεπτύνετε | εκλεπτύνουν / εκλεπτύνουνε |
| Παρατατικός | εκλέπτυνα | εκλέπτυνες | εκλέπτυνε | εκλεπτύναμε | εκλεπτύνατε | εκλέπτυναν / εκλεπτύναν / εκλεπτύνανε |
| Αόριστος | εκλέπτυνα | εκλέπτυνες | εκλέπτυνε | εκλεπτύναμε | εκλεπτύνατε | εκλέπτυναν / εκλεπτύναν / εκλεπτύνανε |
| Μέλλοντας | θα εκλεπτύνω | θα εκλεπτύνεις | θα εκλεπτύνει | θα εκλεπτύνουμε | θα εκλεπτύνετε | θα εκλεπτύνουν / θα εκλεπτύνουνε |
| Παρακείμενος | έχω εκλεπτύνει | έχεις εκλεπτύνει | έχει εκλεπτύνει | έχουμε εκλεπτύνει | έχετε εκλεπτύνει | έχουν εκλεπτύνει |
| Υπερσυντέλικος | είχα εκλεπτύνει | είχες εκλεπτύνει | είχε εκλεπτύνει | είχαμε εκλεπτύνει | είχατε εκλεπτύνει | είχαν εκλεπτύνει |
| Υποτακτική | να έχω εκλεπτύνει / να εκλεπτύνω | να έχεις εκλεπτύνει / να εκλεπτύνεις | να έχει εκλεπτύνει / να εκλεπτύνει | να έχουμε εκλεπτύνει / να εκλεπτύνουμε | να έχετε εκλεπτύνει / να εκλεπτύνετε | να έχουν εκλεπτύνει / να εκλεπτύνουν / να εκλεπτύνουνε |
| Προστακτική | — | εκλέπτυνε | — | — | εκλεπτύνετε / εκλεπτύντε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →