Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εκλεπτύνω

ρήμα
•
  1. λόγιοκάνω κάτι πιο λεπτό Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάεξευγενίζω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εκλεπτύνω < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική λεπτύνω < λεπτός < λέπω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *lep- (φλούδα, φλοιός)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεκλεπτύνωεκλεπτύνειςεκλεπτύνειεκλεπτύνουμεεκλεπτύνετεεκλεπτύνουν / εκλεπτύνουνε
Παρατατικόςεκλέπτυναεκλέπτυνεςεκλέπτυνεεκλεπτύναμεεκλεπτύνατεεκλέπτυναν / εκλεπτύναν / εκλεπτύνανε
Αόριστοςεκλέπτυναεκλέπτυνεςεκλέπτυνεεκλεπτύναμεεκλεπτύνατεεκλέπτυναν / εκλεπτύναν / εκλεπτύνανε
Μέλλονταςθα εκλεπτύνωθα εκλεπτύνειςθα εκλεπτύνειθα εκλεπτύνουμεθα εκλεπτύνετεθα εκλεπτύνουν / θα εκλεπτύνουνε
Παρακείμενοςέχω εκλεπτύνειέχεις εκλεπτύνειέχει εκλεπτύνειέχουμε εκλεπτύνειέχετε εκλεπτύνειέχουν εκλεπτύνει
Υπερσυντέλικοςείχα εκλεπτύνειείχες εκλεπτύνειείχε εκλεπτύνειείχαμε εκλεπτύνειείχατε εκλεπτύνειείχαν εκλεπτύνει
Υποτακτικήνα έχω εκλεπτύνει / να εκλεπτύνωνα έχεις εκλεπτύνει / να εκλεπτύνειςνα έχει εκλεπτύνει / να εκλεπτύνεινα έχουμε εκλεπτύνει / να εκλεπτύνουμενα έχετε εκλεπτύνει / να εκλεπτύνετενα έχουν εκλεπτύνει / να εκλεπτύνουν / να εκλεπτύνουνε
Προστακτική—εκλέπτυνε——εκλεπτύνετε / εκλεπτύντε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →