εκμίσθωση
•
- νομικός όροςη προσωρινή και έναντι συμφωνημένου τιμήματος εκχώρηση της χρήσης ενός πράγματος (διαμερίσματος, χωραφιού κ.λπ.) σε κάποιον άλλον. Βικιλεξικό
- ιστορικός όροςεκμίσθωση φόρων: η παραχώρηση του δικαιώματος, από την κεντρική κυβέρνηση, σε έναν ιδιώτη να παραλαμβάνει ο ίδιος τους φόρους από τους πολίτες. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκμίσθωση < εκμισθώνω + -ση < αρχαία ελληνική ἐκμισθῶ < μισθός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εκμίσθωση | εκμισθώσεις |
| Γενική | εκμίσθωσης | εκμισθώσεων |
| Αιτιατική | εκμίσθωση | εκμισθώσεις |
| Κλητική | εκμίσθωση | εκμισθώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →