εκναύλωση
•
- νομικός όροςη προσωρινή και έναντι συμφωνημένου τιμήματος (ναύλου) εκχώρηση της χρήσης ενός πλεούμενου σε κάποιον άλλον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκναύλωση < εκναυλώνω < ναύλος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εκναύλωση | εκναυλώσεις |
| Γενική | εκναύλωσης | εκναυλώσεων |
| Αιτιατική | εκναύλωση | εκναυλώσεις |
| Κλητική | εκναύλωση | εκναυλώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →