εκμετάλλευση
•
- χρήση πόρων, γης, καταστάσεων, συναισθημάτων, ανθρώπων για οικονομικό κέρδος ή άλλο όφελος κατά θεμιτό ή και κατά αθέμιτο τρόπο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκμετάλλευση < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἐκμετάλλευσις < αρχαία ελληνική ἐκμεταλλεύ(ομαι) + -σις > -ση (κυριολεκτικά: βγάλσιμο του μέταλλου από το μετάλλευμα που το περιέχει και που υπάρχει σε φυσική κατάσταση)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εκμετάλλευση | εκμεταλλεύσεις |
| Γενική | εκμετάλλευσης | εκμεταλλεύσεων |
| Αιτιατική | εκμετάλλευση | εκμεταλλεύσεις |
| Κλητική | εκμετάλλευση | εκμεταλλεύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →