εκναυλώνω
•
- ως ιδιοκτήτης πλοίου ή αεροπλάνου το παραχωρώ (εκμισθώνω) σε τρίτο για μεταφορά εμπορευμάτων ή επιβατών για λογαριασμό του και εισπράττω από αυτόν ναύλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκναυλώνω < εκ– + ναυλώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εκναυλώνω | εκναυλώνεις | εκναυλώνει | εκναυλώνουμε | εκναυλώνετε | εκναυλώνουν / εκναυλώνουνε |
| Παρατατικός | εκναύλωνα | εκναύλωνες | εκναύλωνε | εκναυλώναμε | εκναυλώνατε | εκναυλώναν / εκναυλώνανε / εκναύλωναν |
| Αόριστος | εκναύλωσα | εκναύλωσες | εκναύλωσε | εκναυλώσαμε | εκναυλώσατε | εκναυλώσαν / εκναυλώσανε / εκναύλωσαν |
| Μέλλοντας | θα εκναυλώνω / θα εκναυλώσω | θα εκναυλώνεις / θα εκναυλώσεις | θα εκναυλώνει / θα εκναυλώσει | θα εκναυλώνουμε / θα εκναυλώσουμε | θα εκναυλώνετε / θα εκναυλώσετε | θα εκναυλώνουν / θα εκναυλώνουνε / θα εκναυλώσουν / θα εκναυλώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εκναυλώσει | έχεις εκναυλώσει | έχει εκναυλώσει | έχουμε εκναυλώσει | έχετε εκναυλώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εκναυλώσει | είχες εκναυλώσει | είχε εκναυλώσει | είχαμε εκναυλώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εκναυλώσει / να εκναυλώνω / να εκναυλώσω | να έχεις εκναυλώσει / να εκναυλώνεις / να εκναυλώσεις | να έχει εκναυλώσει / να εκναυλώνει / να εκναυλώσει | να έχουμε εκναυλώσει / να εκναυλώνουμε / να εκναυλώσουμε | να έχετε εκναυλώσει / να εκναυλώνετε / να εκναυλώσετε | να εκναυλώνουν / να εκναυλώνουνε / να εκναυλώσουν / να εκναυλώσουνε |
| Προστακτική | — | εκναύλωνε / εκναύλωσε | — | — | εκναυλώνετε / εκναυλώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →