εκπέμπω
•
- διαχέω προς τα έξω Βικιλεξικό
- μεταδίδω ηχητικά ή οπτικά σήματα μέσω ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων Βικιλεξικό
- μεταδίδομαι μέσω ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκπέμπω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐκπέμπω (στέλνω προς τα έξω}, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική émettre. Συγχρονικά αναλύεται σε εκ- + πέμπω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εκπέμπω | εκπέμπεις | εκπέμπει | εκπέμπουμε | εκπέμπετε | εκπέμπουν / εκπέμπουνε |
| Παρατατικός | εξέπεμπα | εξέπεμπες | εξέπεμπε | εκπέμπαμε | εκπέμπατε | εκπέμπαν / εκπέμπανε / εξέπεμπαν |
| Αόριστος | εξέπεμψα | εξέπεμψες | εξέπεμψε | εκπέμψαμε | εκπέμψατε | εκπέμψαν / εκπέμψανε / εξέπεμψαν |
| Μέλλοντας | θα εκπέμπω / θα εκπέμψω | θα εκπέμπεις / θα εκπέμψεις | θα εκπέμπει / θα εκπέμψει | θα εκπέμπουμε / θα εκπέμψουμε | θα εκπέμπετε / θα εκπέμψετε | θα εκπέμπουν / θα εκπέμπουνε / θα εκπέμψουν / θα εκπέμψουνε |
| Παρακείμενος | έχω εκπέμψει | έχεις εκπέμψει | έχει εκπέμψει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εκπέμψει | είχες εκπέμψει | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εκπέμψει / να εκπέμπω / να εκπέμψω | να έχεις εκπέμψει / να εκπέμπεις / να εκπέμψεις | να έχει εκπέμψει / να εκπέμπει / να εκπέμψει | να εκπέμπουμε / να εκπέμψουμε | να εκπέμπετε / να εκπέμψετε | να εκπέμπουν / να εκπέμπουνε / να εκπέμψουν / να εκπέμψουνε |
| Προστακτική | — | έκπεμπε / έκπεμψε | — | — | εκπέμπετε / εκπέμψτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
εκπέμφθηκαεκπέμπομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →