εκπομπή
•
- η παραγωγή, απελευθέρωση και διάχυση στον περιβάλλοντα χώρο σωματιδίων, ρύπων, ενέργειας, ακτινοβολίας κ.ά. Βικιλεξικό
- η μετάδοση μέσω ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων ραδιοτηλεοπτικού σήματος και προγράμματος Βικιλεξικό
- το πρόγραμμα που εκπέμπεται Βικιλεξικό
- Είχα μια καθημερινή δίωρη εκπομπή αλλά λόγω κρίσης μου είπαν αν θέλω να συνεχίσω μόνο Κυριακές, πέντε ώρες με τα μισά λεφτά. Τι να έκανα;
Ετυμολογία
εκπομπή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐκπομπή (αποστολή προς τα έξω) < ἐκπέμπω < πέμπω, (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική émission
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εκπομπή | εκπομπές |
| Γενική | εκπομπής | εκπομπών |
| Αιτιατική | εκπομπή | εκπομπές |
| Κλητική | εκπομπή | εκπομπές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →