εκπατρίζομαι
•
- απομακρύνομαι από την πατρίδα μου, με τη θέλησή μου ή χωρίς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκπατρίζομαι ήδη από το 1824 ως «ἐκπατρίζω, -ομαι'» < εκ- + αρχαία ελληνική πατρ(ίς) + -ίζομαι, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική s'expatrier
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εκπατρίζομαι | εκπατρίζεσαι | εκπατρίζεται | εκπατριζόμαστε | εκπατρίζεστε | εκπατρίζονται |
| Παρατατικός | εκπατριζόμουν / εκπατριζόμουνα | εκπατριζόσουν / εκπατριζόσουνα | εκπατριζόταν / εκπατριζότανε | εκπατριζόμασταν / εκπατριζόμαστε | εκπατριζόσασταν / εκπατριζόσαστε | εκπατρίζονταν / εκπατριζόντουσαν |
| Αόριστος | εκπατρίστηκα | εκπατρίστηκες | εκπατρίστηκε | εκπατριστήκαμε | εκπατριστήκατε | εκπατρίστηκαν / εκπατριστήκαν / εκπατριστήκανε |
| Μέλλοντας | θα εκπατρίζομαι / θα εκπατριστώ | θα εκπατρίζεσαι / θα εκπατριστείς | θα εκπατρίζεται / θα εκπατριστεί | θα εκπατριζόμαστε / θα εκπατριστούμε | θα εκπατρίζεστε / θα εκπατριστείτε | θα εκπατρίζονται / θα εκπατριστούν / θα εκπατριστούνε |
| Παρακείμενος | έχω εκπατριστεί | έχεις εκπατριστεί | έχει εκπατριστεί | έχουμε εκπατριστεί | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εκπατριστεί | είχες εκπατριστεί | είχε εκπατριστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εκπατριστεί / να εκπατρίζομαι / να εκπατριστώ | να έχεις εκπατριστεί / να εκπατρίζεσαι / να εκπατριστείς | να έχει εκπατριστεί / να εκπατρίζεται / να εκπατριστεί | να έχουμε εκπατριστεί / να εκπατριζόμαστε / να εκπατριστούμε | να εκπατρίζεστε / να εκπατριστείτε | να εκπατρίζονται / να εκπατριστούν / να εκπατριστούνε |
| Προστακτική | — | εκπατρίσου | — | — | εκπατρίζεστε / εκπατριστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →