Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξενιτεύομαι

ρήμα
•
  1. φεύγω για ξένη χώρα για να εγκατασταθώ εκεί για πολύ καιρό ή και για πάντα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξενιτεύομαι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ξενιτεύομαι < ελληνιστική κοινή ξενιτεύω (ζω σε ξένο τόπο -ενεργητική φωνή-) < αρχαία σημασία: είμαι μισθοφόρος

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςξενιτεύομαιξενιτεύεσαιξενιτεύεταιξενιτευόμαστεξενιτεύεστεξενιτεύονται
Παρατατικόςξενιτευόμουν / ξενιτευόμουναξενιτευόσουν / ξενιτευόσουναξενιτευόταν / ξενιτευότανεξενιτευόμασταν / ξενιτευόμαστεξενιτευόσασταν / ξενιτευόσαστεξενιτευόντουσαν / ξενιτεύονταν
Αόριστοςξενιτεύτηκαξενιτεύτηκεςξενιτεύτηκεξενιτευτήκαμεξενιτευτήκατεξενιτευτήκαν / ξενιτευτήκανε / ξενιτεύτηκαν
Μέλλονταςθα ξενιτευτώ / θα ξενιτεύομαιθα ξενιτευτείς / θα ξενιτεύεσαιθα ξενιτευτεί / θα ξενιτεύεταιθα ξενιτευτούμε / θα ξενιτευόμαστεθα ξενιτευτείτε / θα ξενιτεύεστεθα ξενιτευτούν / θα ξενιτευτούνε / θα ξενιτεύονται
Παρακείμενοςέχω ξενιτευτείέχεις ξενιτευτείέχει ξενιτευτεί———
Υπερσυντέλικοςείχα ξενιτευτείείχες ξενιτευτείείχε ξενιτευτεί———
Υποτακτικήνα έχω ξενιτευτεί / να ξενιτευτώ / να ξενιτεύομαινα έχεις ξενιτευτεί / να ξενιτευτείς / να ξενιτεύεσαινα έχει ξενιτευτεί / να ξενιτευτεί / να ξενιτεύεταινα ξενιτευτούμε / να ξενιτευόμαστενα ξενιτευτείτε / να ξενιτεύεστενα ξενιτευτούν / να ξενιτευτούνε / να ξενιτεύονται
Προστακτική—ξενιτέψου / ξενιτεύου——ξενιτευτείτε / ξενιτεύεστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →