Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εκπτωτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με έκπτωση αναφέρεται σ’ αυτή, αναλογεί σε έκπτωση ή δίνει το δικαίωμα έκπτωσης Βικιλεξικό
    • εκπτωτικό κουπόνι

Ετυμολογία

εκπτωτικός < έκπτωση + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεκπτωτικόςεκπτωτικήεκπτωτικό
Γενικήεκπτωτικούεκπτωτικήςεκπτωτικού
Αιτιατικήεκπτωτικόεκπτωτικήεκπτωτικό
Κλητικήεκπτωτικέεκπτωτικήεκπτωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεκπτωτικοίεκπτωτικέςεκπτωτικά
Γενικήεκπτωτικώνεκπτωτικώνεκπτωτικών
Αιτιατικήεκπτωτικούςεκπτωτικέςεκπτωτικά
Κλητικήεκπτωτικοίεκπτωτικέςεκπτωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →