εκπτωτικός
•
- που έχει σχέση με έκπτωση αναφέρεται σ’ αυτή, αναλογεί σε έκπτωση ή δίνει το δικαίωμα έκπτωσης Βικιλεξικό
- εκπτωτικό κουπόνι
Ετυμολογία
εκπτωτικός < έκπτωση + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εκπτωτικός | εκπτωτική | εκπτωτικό |
| Γενική | εκπτωτικού | εκπτωτικής | εκπτωτικού |
| Αιτιατική | εκπτωτικό | εκπτωτική | εκπτωτικό |
| Κλητική | εκπτωτικέ | εκπτωτική | εκπτωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εκπτωτικοί | εκπτωτικές | εκπτωτικά |
| Γενική | εκπτωτικών | εκπτωτικών | εκπτωτικών |
| Αιτιατική | εκπτωτικούς | εκπτωτικές | εκπτωτικά |
| Κλητική | εκπτωτικοί | εκπτωτικές | εκπτωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →