εκπίπτω
•
- ξεπέφτω, παρακμάζω Βικιλεξικό
- για εμπορεύματααφαιρώ μέρος από την πραγματική αξία Βικιλεξικό
- για εμπορεύματαυποτιμώ την ονομαστική τιμή ενός εμπορεύματος, κάνω έκπτωση στην τιμή του Βικιλεξικό
- μεταφορικάεξαχρειώνομαι, γίνομαι ανήθικος, αχρείος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκπίπτω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐκπίπτω < ἐκ + πίπτω
Άλλοι τύποι
εκπεσμένοςεξέπεσαεξέπιπτα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →