εκστρατεία
•
- η προετοιμασία και η έξοδος στρατού από μια χώρα, με σκοπό τον πόλεμο εναντίον άλλου στρατού Βικιλεξικό
- Στην εκστρατεία της Καλλίπολης, Μυτιληνιοί και Αϊβαλιώτες λαθρέμποροι πήγαν αντάρτες εθελοντές. (Ασημάκης Πανσέληνος, Τότε που ζούσαμε)
- μεταφορικάη καμπάνια, η συντονισμένη και ομαδική προσπάθεια για την επίτευξη συγκεκριμένου στόχου Βικιλεξικό
- Χωρίς πλαστικές σημαιούλες, ανεξέλεγκτες αφισοκολλήσεις, αεροπανό, σπρέι και άλλα διαφημιστικά «όπλα» θα διεξαχθεί η προεκλογική εκστρατεία των υποψηφίων για τις δημοτικές και περιφερειακές εκλογές, η οποία ξεκίνησε επίσημα στις 9 Αυγούστου, σύμφωνα με εγκύκλιο που εξέδωσε το υπουργείο Εσωτερικών η οποία καθορίζει τις χρήσεις των χώρων.
Ετυμολογία
εκστρατεία < ελληνιστική κοινή ἐκστρατεία < αρχαία ελληνική ἐκστρατεύω (2. (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική campagne)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εκστρατεία | εκστρατείες |
| Γενική | εκστρατείας | εκστρατειών |
| Αιτιατική | εκστρατεία | εκστρατείες |
| Κλητική | εκστρατεία | εκστρατείες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →