εκστρατεύω
•
- κάνω εκστρατεία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκστρατεύω < αρχαία ελληνική ἐκστρατεύω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εκστρατεύω | εκστρατεύεις | εκστρατεύει | εκστρατεύουμε | εκστρατεύετε | εκστρατεύουν / εκστρατεύουνε |
| Παρατατικός | εκστράτευα | εκστράτευες | εκστράτευε | εκστρατεύαμε | εκστρατεύατε | εκστράτευαν / εκστρατεύαν / εκστρατεύανε |
| Αόριστος | εκστράτευσα | εκστράτευσες | εκστράτευσε | εκστρατεύσαμε | εκστρατεύσατε | εκστράτευσαν / εκστρατεύσαν / εκστρατεύσανε |
| Μέλλοντας | θα εκστρατεύσω / θα εκστρατεύω | θα εκστρατεύεις / θα εκστρατεύσεις | θα εκστρατεύει / θα εκστρατεύσει | θα εκστρατεύουμε / θα εκστρατεύσουμε | θα εκστρατεύετε / θα εκστρατεύσετε | θα εκστρατεύουν / θα εκστρατεύουνε / θα εκστρατεύσουν / θα εκστρατεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εκστρατεύσει | έχεις εκστρατεύσει | έχει εκστρατεύσει | έχουμε εκστρατεύσει | έχετε εκστρατεύσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εκστρατεύσει | είχες εκστρατεύσει | είχε εκστρατεύσει | είχαμε εκστρατεύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εκστρατεύσει / να εκστρατεύσω / να εκστρατεύω | να έχεις εκστρατεύσει / να εκστρατεύεις / να εκστρατεύσεις | να έχει εκστρατεύσει / να εκστρατεύει / να εκστρατεύσει | να έχουμε εκστρατεύσει / να εκστρατεύουμε / να εκστρατεύσουμε | να έχετε εκστρατεύσει / να εκστρατεύετε / να εκστρατεύσετε | να εκστρατεύουν / να εκστρατεύουνε / να εκστρατεύσουν / να εκστρατεύσουνε |
| Προστακτική | — | εκστράτευε / εκστράτευσε | — | — | εκστρατεύετε / εκστρατεύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →