Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εκστρατευτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την εκστρατεία, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή ή έχει συσταθεί μ’ αυτόν τον σκοπό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εκστρατευτικός < εκστρατεύω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεκστρατευτικόςεκστρατευτικήεκστρατευτικό
Γενικήεκστρατευτικούεκστρατευτικήςεκστρατευτικού
Αιτιατικήεκστρατευτικόεκστρατευτικήεκστρατευτικό
Κλητικήεκστρατευτικέεκστρατευτικήεκστρατευτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεκστρατευτικοίεκστρατευτικέςεκστρατευτικά
Γενικήεκστρατευτικώνεκστρατευτικώνεκστρατευτικών
Αιτιατικήεκστρατευτικούςεκστρατευτικέςεκστρατευτικά
Κλητικήεκστρατευτικοίεκστρατευτικέςεκστρατευτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →