εκστρατευτικός
•
- που έχει σχέση με την εκστρατεία, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή ή έχει συσταθεί μ’ αυτόν τον σκοπό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκστρατευτικός < εκστρατεύω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εκστρατευτικός | εκστρατευτική | εκστρατευτικό |
| Γενική | εκστρατευτικού | εκστρατευτικής | εκστρατευτικού |
| Αιτιατική | εκστρατευτικό | εκστρατευτική | εκστρατευτικό |
| Κλητική | εκστρατευτικέ | εκστρατευτική | εκστρατευτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εκστρατευτικοί | εκστρατευτικές | εκστρατευτικά |
| Γενική | εκστρατευτικών | εκστρατευτικών | εκστρατευτικών |
| Αιτιατική | εκστρατευτικούς | εκστρατευτικές | εκστρατευτικά |
| Κλητική | εκστρατευτικοί | εκστρατευτικές | εκστρατευτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →