Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εκτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήχαρακτηρισμός πυρετού με διακυμάνσεις θερμοκρασίας, που συνοδεύεται και από απίσχναση και καχεξία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εκτικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἑκτικός (με διαφορετικές σημασίες) < → δείτε το ρήμα ἔχω, θέμα ἑκ- + -τικός, λόγιο ενδογενές δάνειο: μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική fièvre ⁽ᶠʳ⁾ hectique ⁽ᶠʳ⁾ < λατινική hecticus < ἑκτικός ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεκτικόςεκτικήεκτικό
Γενικήεκτικούεκτικήςεκτικού
Αιτιατικήεκτικόεκτικήεκτικό
Κλητικήεκτικέεκτικήεκτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεκτικοίεκτικέςεκτικά
Γενικήεκτικώνεκτικώνεκτικών
Αιτιατικήεκτικούςεκτικέςεκτικά
Κλητικήεκτικοίεκτικέςεκτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →