Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εφεκτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αρχαιοπρεπέςπου χαρακτηρίζεται από δισταγμό και επιφυλακτικότητα, συχνά αναβάλλοντας να εκφράσει μια οριστική άποψη ή να αναλάβει άμεση δράση. Περιγράφει μια συγκρατημένη στάση απέναντι σε ένα ζήτημα ή μια κατάσταση. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εφεκτικός < ελληνιστική κοινή ἐφεκτικός (κάποιος που συγκρατεί) < αρχαία ελληνική ἐπέχω < ἔχω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεφεκτικόςεφεκτικήεφεκτικό
Γενικήεφεκτικούεφεκτικήςεφεκτικού
Αιτιατικήεφεκτικόεφεκτικήεφεκτικό
Κλητικήεφεκτικέεφεκτικήεφεκτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεφεκτικοίεφεκτικέςεφεκτικά
Γενικήεφεκτικώνεφεκτικώνεφεκτικών
Αιτιατικήεφεκτικούςεφεκτικέςεφεκτικά
Κλητικήεφεκτικοίεφεκτικέςεφεκτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →