εκτραχύνω
•
- λόγιοχειροτερεύω τα πράγματα ή μια κατάσταση Βικιλεξικό
- σπάνιοκάνω κάτι τραχύ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκτραχύνω < ελληνιστική κοινή ἐκτραχύνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εκτραχύνω | εκτραχύνεις | εκτραχύνει | εκτραχύνουμε | εκτραχύνετε | εκτραχύνουν / εκτραχύνουνε |
| Παρατατικός | εκτράχυνα | εκτράχυνες | εκτράχυνε | εκτραχύναμε | εκτραχύνατε | εκτράχυναν / εκτραχύναν / εκτραχύνανε |
| Αόριστος | εκτράχυνα | εκτράχυνες | εκτράχυνε | εκτραχύναμε | εκτραχύνατε | εκτράχυναν / εκτραχύναν / εκτραχύνανε |
| Μέλλοντας | θα εκτραχύνω | θα εκτραχύνεις | θα εκτραχύνει | θα εκτραχύνουμε | θα εκτραχύνετε | θα εκτραχύνουν / θα εκτραχύνουνε |
| Παρακείμενος | έχω εκτραχύνει | έχεις εκτραχύνει | έχει εκτραχύνει | έχουμε εκτραχύνει | έχετε εκτραχύνει | έχουν εκτραχύνει |
| Υπερσυντέλικος | είχα εκτραχύνει | είχες εκτραχύνει | είχε εκτραχύνει | είχαμε εκτραχύνει | είχατε εκτραχύνει | είχαν εκτραχύνει |
| Υποτακτική | να έχω εκτραχύνει / να εκτραχύνω | να έχεις εκτραχύνει / να εκτραχύνεις | να έχει εκτραχύνει / να εκτραχύνει | να έχουμε εκτραχύνει / να εκτραχύνουμε | να έχετε εκτραχύνει / να εκτραχύνετε | να έχουν εκτραχύνει / να εκτραχύνουν / να εκτραχύνουνε |
| Προστακτική | — | εκτράχυνε | — | — | εκτραχύνετε / εκτραχύντε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →