τραχύς
•
- με ανώμαλη επιφάνεια, όχι λείος Βικιλεξικό
- έδιναν χονδρικά το επιθυμητό σχήμα, στη συνέχεια λάξευαν, «έσκαβαν», το εσωτερικό χρησιμοποιώντας στις παλαιότερες εποχές απλό ξύλινο τρυπάνι - το λεγόμενο γαλλικό τρυπάνι - και αργότερα το πιο εξελιγμένο τοξοτρύπανο ή δοξάρι, μαζί μ' ένα τραχύ υλικό που αυτό ουσιαστικά έκοβε την πέτρα και ήταν άμμος ή συνήθως σμύρις. (Ντόρα Βασιλικού, Ο μυκηναϊκός πολιτισμός, Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, 1995, σελ. 40)
- για έδαφοςκακοτράχαλος, πετρώδης Βικιλεξικό
- μεταφορικάάνθρωπος απότομος στους τρόπους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τραχύς < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική τραχύς
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τραχύς | τραχεία / τραχιά | τραχύ |
| Γενική | τραχέος / τραχιού, τραχύ | τραχείας / τραχιάς | τραχέος / τραχιού, τραχύ |
| Αιτιατική | τραχύ | τραχεία / τραχιά | τραχύ |
| Κλητική | τραχύ | τραχεία / τραχιά | τραχύ |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τραχείς / τραχιοί | τραχείες / τραχιές | τραχέα / τραχιά |
| Γενική | τραχέων / τραχιών | τραχειών / τραχιών | τραχέων / τραχιών |
| Αιτιατική | τραχείς / τραχιούς | τραχείες / τραχιές | τραχέα / τραχιά |
| Κλητική | τραχείς / τραχιοί | τραχείες / τραχιές | τραχέα / τραχιά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →