Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τραχύς

/tɾaˈçis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. με ανώμαλη επιφάνεια, όχι λείος Βικιλεξικό
    • έδιναν χονδρικά το επιθυμητό σχήμα, στη συνέχεια λάξευαν, «έσκαβαν», το εσωτερικό χρησιμοποιώντας στις παλαιότερες εποχές απλό ξύλινο τρυπάνι - το λεγόμενο γαλλικό τρυπάνι - και αργότερα το πιο εξελιγμένο τοξοτρύπανο ή δοξάρι, μαζί μ' ένα τραχύ υλικό που αυτό ουσιαστικά έκοβε την πέτρα και ήταν άμμος ή συνήθως σμύρις. (Ντόρα Βασιλικού, Ο μυκηναϊκός πολιτισμός, Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, 1995, σελ. 40)
  2. για έδαφοςκακοτράχαλος, πετρώδης Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάάνθρωπος απότομος στους τρόπους Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τραχύς < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική τραχύς

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτραχύςτραχεία / τραχιάτραχύ
Γενικήτραχέος / τραχιού, τραχύτραχείας / τραχιάςτραχέος / τραχιού, τραχύ
Αιτιατικήτραχύτραχεία / τραχιάτραχύ
Κλητικήτραχύτραχεία / τραχιάτραχύ

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτραχείς / τραχιοίτραχείες / τραχιέςτραχέα / τραχιά
Γενικήτραχέων / τραχιώντραχειών / τραχιώντραχέων / τραχιών
Αιτιατικήτραχείς / τραχιούςτραχείες / τραχιέςτραχέα / τραχιά
Κλητικήτραχείς / τραχιοίτραχείες / τραχιέςτραχέα / τραχιά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →