εκτυπωτικός
•
- που έχει σχέση με εκτύπωση ή εκτυπωτή, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκτυπωτικός < εκτυπώνω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εκτυπωτικός | εκτυπωτική | εκτυπωτικό |
| Γενική | εκτυπωτικού | εκτυπωτικής | εκτυπωτικού |
| Αιτιατική | εκτυπωτικό | εκτυπωτική | εκτυπωτικό |
| Κλητική | εκτυπωτικέ | εκτυπωτική | εκτυπωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εκτυπωτικοί | εκτυπωτικές | εκτυπωτικά |
| Γενική | εκτυπωτικών | εκτυπωτικών | εκτυπωτικών |
| Αιτιατική | εκτυπωτικούς | εκτυπωτικές | εκτυπωτικά |
| Κλητική | εκτυπωτικοί | εκτυπωτικές | εκτυπωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →