Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εκτυπωτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με εκτύπωση ή εκτυπωτή, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εκτυπωτικός < εκτυπώνω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεκτυπωτικόςεκτυπωτικήεκτυπωτικό
Γενικήεκτυπωτικούεκτυπωτικήςεκτυπωτικού
Αιτιατικήεκτυπωτικόεκτυπωτικήεκτυπωτικό
Κλητικήεκτυπωτικέεκτυπωτικήεκτυπωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεκτυπωτικοίεκτυπωτικέςεκτυπωτικά
Γενικήεκτυπωτικώνεκτυπωτικώνεκτυπωτικών
Αιτιατικήεκτυπωτικούςεκτυπωτικέςεκτυπωτικά
Κλητικήεκτυπωτικοίεκτυπωτικέςεκτυπωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →