εκτυπώνω
•
- τυπώνω σε χαρτί ή άλλο μέσο κείμενα ή εικόνες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκτυπώνω < αρχαία ελληνική ἐκτυπόω / ἐκτυπῶ ((σημασιολογικό δάνειο) αγγλική print)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εκτυπώνω | εκτυπώνεις | εκτυπώνει | εκτυπώνουμε | εκτυπώνετε | εκτυπώνουν / εκτυπώνουνε |
| Παρατατικός | εκτύπωνα | εκτύπωνες | εκτύπωνε | εκτυπώναμε | εκτυπώνατε | εκτυπώναν / εκτυπώνανε / εκτύπωναν |
| Αόριστος | εκτύπωσα | εκτύπωσες | εκτύπωσε | εκτυπώσαμε | εκτυπώσατε | εκτυπώσαν / εκτυπώσανε / εκτύπωσαν |
| Μέλλοντας | θα εκτυπώνω / θα εκτυπώσω | θα εκτυπώνεις / θα εκτυπώσεις | θα εκτυπώνει / θα εκτυπώσει | θα εκτυπώνουμε / θα εκτυπώσουμε | θα εκτυπώνετε / θα εκτυπώσετε | θα εκτυπώνουν / θα εκτυπώνουνε / θα εκτυπώσουν / θα εκτυπώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εκτυπώσει | έχεις εκτυπώσει | έχει εκτυπώσει | έχουμε εκτυπώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εκτυπώσει | είχες εκτυπώσει | είχε εκτυπώσει | είχαμε εκτυπώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εκτυπώσει / να εκτυπώνω / να εκτυπώσω | να έχεις εκτυπώσει / να εκτυπώνεις / να εκτυπώσεις | να έχει εκτυπώσει / να εκτυπώνει / να εκτυπώσει | να έχουμε εκτυπώσει / να εκτυπώνουμε / να εκτυπώσουμε | να εκτυπώνετε / να εκτυπώσετε | να εκτυπώνουν / να εκτυπώνουνε / να εκτυπώσουν / να εκτυπώσουνε |
| Προστακτική | — | εκτύπωνε / εκτύπωσε | — | — | εκτυπώνετε / εκτυπώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
εκτυπώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →