εκτυφλώνω
•
- τυφλώνω εντελώς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκτυφλώνω < αρχαία ελληνική ἐκτυφλόω / ἐκτυφλῶ + -ώνω < ἐκ + τυφλόω / τυφλῶ < τυφλός
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εκτυφλώνω | εκτυφλώνεις | εκτυφλώνει | εκτυφλώνουμε | εκτυφλώνετε | εκτυφλώνουν / εκτυφλώνουνε |
| Παρατατικός | εκτύφλωνα | εκτύφλωνες | εκτύφλωνε | εκτυφλώναμε | εκτυφλώνατε | εκτυφλώναν / εκτυφλώνανε / εκτύφλωναν |
| Αόριστος | εκτύφλωσα | εκτύφλωσες | εκτύφλωσε | εκτυφλώσαμε | εκτυφλώσατε | εκτυφλώσαν / εκτυφλώσανε / εκτύφλωσαν |
| Μέλλοντας | θα εκτυφλώνω / θα εκτυφλώσω | θα εκτυφλώνεις / θα εκτυφλώσεις | θα εκτυφλώνει / θα εκτυφλώσει | θα εκτυφλώνουμε / θα εκτυφλώσουμε | θα εκτυφλώνετε / θα εκτυφλώσετε | θα εκτυφλώνουν / θα εκτυφλώνουνε / θα εκτυφλώσουν / θα εκτυφλώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εκτυφλώσει | έχεις εκτυφλώσει | έχει εκτυφλώσει | έχουμε εκτυφλώσει | έχετε εκτυφλώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εκτυφλώσει | είχες εκτυφλώσει | είχε εκτυφλώσει | είχαμε εκτυφλώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εκτυφλώσει / να εκτυφλώνω / να εκτυφλώσω | να έχεις εκτυφλώσει / να εκτυφλώνεις / να εκτυφλώσεις | να έχει εκτυφλώσει / να εκτυφλώνει / να εκτυφλώσει | να έχουμε εκτυφλώσει / να εκτυφλώνουμε / να εκτυφλώσουμε | να έχετε εκτυφλώσει / να εκτυφλώνετε / να εκτυφλώσετε | να εκτυφλώνουν / να εκτυφλώνουνε / να εκτυφλώσουν / να εκτυφλώσουνε |
| Προστακτική | — | εκτύφλωνε / εκτύφλωσε | — | — | εκτυφλώνετε / εκτυφλώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →