εκφορτώνω
•
- λόγιοξεφορτώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκφορτώνω < μεσαιωνική ελληνική ἐκφορτόω < ελληνιστική κοινή ἐκ + φορτόω < αρχαία ελληνική φόρτος < φέρω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εκφορτώνω | εκφορτώνεις | εκφορτώνει | εκφορτώνουμε | εκφορτώνετε | εκφορτώνουν / εκφορτώνουνε |
| Παρατατικός | εκφόρτωνα | εκφόρτωνες | εκφόρτωνε | εκφορτώναμε | εκφορτώνατε | εκφορτώναν / εκφορτώνανε / εκφόρτωναν |
| Αόριστος | εκφόρτωσα | εκφόρτωσες | εκφόρτωσε | εκφορτώσαμε | εκφορτώσατε | εκφορτώσαν / εκφορτώσανε / εκφόρτωσαν |
| Μέλλοντας | θα εκφορτώνω / θα εκφορτώσω | θα εκφορτώνεις / θα εκφορτώσεις | θα εκφορτώνει / θα εκφορτώσει | θα εκφορτώνουμε / θα εκφορτώσουμε | θα εκφορτώνετε / θα εκφορτώσετε | θα εκφορτώνουν / θα εκφορτώνουνε / θα εκφορτώσουν / θα εκφορτώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εκφορτώσει | έχεις εκφορτώσει | έχει εκφορτώσει | έχουμε εκφορτώσει | έχετε εκφορτώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εκφορτώσει | είχες εκφορτώσει | είχε εκφορτώσει | είχαμε εκφορτώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εκφορτώσει / να εκφορτώνω / να εκφορτώσω | να έχεις εκφορτώσει / να εκφορτώνεις / να εκφορτώσεις | να έχει εκφορτώσει / να εκφορτώνει / να εκφορτώσει | να έχουμε εκφορτώσει / να εκφορτώνουμε / να εκφορτώσουμε | να έχετε εκφορτώσει / να εκφορτώνετε / να εκφορτώσετε | να εκφορτώνουν / να εκφορτώνουνε / να εκφορτώσουν / να εκφορτώσουνε |
| Προστακτική | — | εκφόρτωνε / εκφόρτωσε | — | — | εκφορτώνετε / εκφορτώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →