εκχυμώνομαι
•
- ιατρικήπαθαίνω εκχύμωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκχυμώνομαι < εκχύμωση + -ώνομαι (αναδρομικός σχηματισμός)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εκχυμώνομαι | εκχυμώνεσαι | εκχυμώνεται | εκχυμωνόμαστε | εκχυμώνεστε | εκχυμώνονται |
| Παρατατικός | εκχυμωνόμουν / εκχυμωνόμουνα | εκχυμωνόσουν / εκχυμωνόσουνα | εκχυμωνόταν / εκχυμωνότανε | εκχυμωνόμασταν / εκχυμωνόμαστε | εκχυμωνόσασταν / εκχυμωνόσαστε | εκχυμωνόντουσαν / εκχυμώνονταν |
| Αόριστος | εκχυμώθηκα | εκχυμώθηκες | εκχυμώθηκε | εκχυμωθήκαμε | εκχυμωθήκατε | εκχυμωθήκαν / εκχυμωθήκανε / εκχυμώθηκαν |
| Μέλλοντας | θα εκχυμωθώ / θα εκχυμώνομαι | θα εκχυμωθείς / θα εκχυμώνεσαι | θα εκχυμωθεί / θα εκχυμώνεται | θα εκχυμωθούμε / θα εκχυμωνόμαστε | θα εκχυμωθείτε / θα εκχυμώνεστε | θα εκχυμωθούν / θα εκχυμωθούνε / θα εκχυμώνονται |
| Παρακείμενος | έχω εκχυμωθεί | έχεις εκχυμωθεί | έχει εκχυμωθεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εκχυμωθεί | είχες εκχυμωθεί | είχε εκχυμωθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εκχυμωθεί / να εκχυμωθώ / να εκχυμώνομαι | να έχεις εκχυμωθεί / να εκχυμωθείς / να εκχυμώνεσαι | να έχει εκχυμωθεί / να εκχυμωθεί / να εκχυμώνεται | να εκχυμωθούμε / να εκχυμωνόμαστε | να εκχυμωθείτε / να εκχυμώνεστε | να εκχυμωθούν / να εκχυμωθούνε / να εκχυμώνονται |
| Προστακτική | — | εκχυμώνου / εκχυμώσου | — | — | εκχυμωθείτε / εκχυμώνεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →