εκχύμωση
•
- ιατρικήη εκροή αίματος από τα τριχοειδή αγγεία με ταυτόχρονο μελάνιασμα του δέρματος λόγω αιματώματος, χωρίς όμως να διαρραγεί τελείως η συνέχεια του δέρματος Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάτο σχετικό αιμάτωμα που δημιουργείται Βικιλεξικό
- η βιομηχανική παραγωγή χυμών από στύψιμο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκχύμωση < αρχαία ελληνική ἐκχύμωσις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εκχύμωση | εκχυμώσεις |
| Γενική | εκχύμωσης | εκχυμώσεων |
| Αιτιατική | εκχύμωση | εκχυμώσεις |
| Κλητική | εκχύμωση | εκχυμώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →