Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εκχωρητήριο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η νομική πράξη με την οποία γίνεται η εκχώρηση αξιώσης Βικιλεξικό
  2. συνεκδοχικάτο έγγραφο της εκχώρησης Βικιλεξικό
    • συντακτικό λάθος στο εκχωρητήριο

Ετυμολογία

εκχωρητήριο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου εκχωρητήριος :: (μαρτυρείται από το 1889)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεκχωρητήριοεκχωρητήρια
Γενικήεκχωρητήριου / εκχωρητηρίουεκχωρητηρίων
Αιτιατικήεκχωρητήριοεκχωρητήρια
Κλητικήεκχωρητήριοεκχωρητήρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →