εκχωρώ
•
- μεταβατικόμεταβιβάζω σε κάποιον άλλον κάποιο αντικείμενο ή δικαίωμα Βικιλεξικό
- προγραμματισμόςδίνω τιμή σε μεταβλητή (variable) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκχωρώ < αρχαία ελληνική ἐκχωρέω / ἐκχωρῶ < ἐκ + χωρέω / χωρῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εκχωρώ | εκχωρείς | εκχωρεί | εκχωρούμε | εκχωρείτε | εκχωρούν / εκχωρούνε |
| Παρατατικός | εκχωρούσα | εκχωρούσες | εκχωρούσε | εκχωρούσαμε | εκχωρούσατε | εκχωρούσαν / εκχωρούσανε |
| Αόριστος | εκχώρησα | εκχώρησες | εκχώρησε | εκχωρήσαμε | εκχωρήσατε | εκχωρήσαν / εκχωρήσανε / εκχώρησαν |
| Μέλλοντας | θα εκχωρήσω / θα εκχωρώ | θα εκχωρήσεις / θα εκχωρείς | θα εκχωρήσει / θα εκχωρεί | θα εκχωρήσουμε / θα εκχωρούμε | θα εκχωρήσετε / θα εκχωρείτε | θα εκχωρήσουν / θα εκχωρήσουνε / θα εκχωρούν / θα εκχωρούνε |
| Παρακείμενος | έχω εκχωρήσει | έχεις εκχωρήσει | έχει εκχωρήσει | έχουμε εκχωρήσει | έχετε εκχωρήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εκχωρήσει | είχες εκχωρήσει | είχε εκχωρήσει | είχαμε εκχωρήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εκχωρήσει / να εκχωρήσω / να εκχωρώ | να έχεις εκχωρήσει / να εκχωρήσεις / να εκχωρείς | να έχει εκχωρήσει / να εκχωρήσει / να εκχωρεί | να έχουμε εκχωρήσει / να εκχωρήσουμε / να εκχωρούμε | να έχετε εκχωρήσει / να εκχωρήσετε / να εκχωρείτε | να εκχωρήσουν / να εκχωρήσουνε / να εκχωρούν / να εκχωρούνε |
| Προστακτική | — | εκχώρει / εκχώρησε | — | — | εκχωρήστε / εκχωρείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →