ελάττωση
•
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού ελαττώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ελάττωση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐλάττω(σις) + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ελάττωση | ελαττώσεις |
| Γενική | ελάττωσης | ελαττώσεων |
| Αιτιατική | ελάττωση | ελαττώσεις |
| Κλητική | ελάττωση | ελαττώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →