μείωση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μειώνω, το να κάνω κάτι μικρότερο ή λιγότερο· το αποτέλεσμα αυτής της ενέργειας Βικιλεξικό
- Είναι επιτακτική ανάγκη η μείωση των ρύπων από τα οχήματα.
- Σημαντική μείωση του κινδύνου νοσηλείας και θανάτου λόγω της COVID-19 σε άτομα που μολύνθηκαν από τον ιό επιφέρει η χορήγηση των αντιιικών φαρμάκων στη χώρα μας. (Κορωνοϊός: Εσωσαν ζωές τα αντιιικά φάρμακα, Καθημερινή, 22/08/2023 https://www.kathimerini.gr/society/562575994/koronoios-esosan-zoes-ta-antiiika-farmaka/)
- βιολογίαείδος κυτταρικής διαίρεσης κατά την οποία τα κύτταρα που προκύπτουν έχουν το μισό αριθμό χρωμοσωμάτων από το αρχικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μείωση < αρχαία ελληνική μείωσις < μειόω < μείων
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μείωση | μειώσεις |
| Γενική | μείωσης | μειώσεων |
| Αιτιατική | μείωση | μειώσεις |
| Κλητική | μείωση | μειώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →