ελαιοχρωματίζω
•
- βάφω ή ζωγραφίζω με ελαιόχρωμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ελαιοχρωματίζω < ελαιόχρωμα + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ελαιοχρωματίζω | ελαιοχρωματίζεις | ελαιοχρωματίζει | ελαιοχρωματίζουμε | ελαιοχρωματίζετε | ελαιοχρωματίζουν / ελαιοχρωματίζουνε |
| Παρατατικός | ελαιοχρωμάτιζα | ελαιοχρωμάτιζες | ελαιοχρωμάτιζε | ελαιοχρωματίζαμε | ελαιοχρωματίζατε | ελαιοχρωμάτιζαν / ελαιοχρωματίζαν / ελαιοχρωματίζανε |
| Αόριστος | ελαιοχρωμάτισα | ελαιοχρωμάτισες | ελαιοχρωμάτισε | ελαιοχρωματίσαμε | ελαιοχρωματίσατε | ελαιοχρωμάτισαν / ελαιοχρωματίσαν / ελαιοχρωματίσανε |
| Μέλλοντας | θα ελαιοχρωματίζω / θα ελαιοχρωματίσω | θα ελαιοχρωματίζεις / θα ελαιοχρωματίσεις | θα ελαιοχρωματίζει / θα ελαιοχρωματίσει | θα ελαιοχρωματίζουμε / θα ελαιοχρωματίσουμε | θα ελαιοχρωματίζετε / θα ελαιοχρωματίσετε | θα ελαιοχρωματίζουν / θα ελαιοχρωματίζουνε / θα ελαιοχρωματίσουν / θα ελαιοχρωματίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ελαιοχρωματίσει | έχεις ελαιοχρωματίσει | έχει ελαιοχρωματίσει | έχουμε ελαιοχρωματίσει | έχετε ελαιοχρωματίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ελαιοχρωματίσει | είχες ελαιοχρωματίσει | είχε ελαιοχρωματίσει | είχαμε ελαιοχρωματίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ελαιοχρωματίσει / να ελαιοχρωματίζω / να ελαιοχρωματίσω | να έχεις ελαιοχρωματίσει / να ελαιοχρωματίζεις / να ελαιοχρωματίσεις | να έχει ελαιοχρωματίσει / να ελαιοχρωματίζει / να ελαιοχρωματίσει | να έχουμε ελαιοχρωματίσει / να ελαιοχρωματίζουμε / να ελαιοχρωματίσουμε | να έχετε ελαιοχρωματίσει / να ελαιοχρωματίζετε / να ελαιοχρωματίσετε | να ελαιοχρωματίζουν / να ελαιοχρωματίζουνε / να ελαιοχρωματίσουν / να ελαιοχρωματίσουνε |
| Προστακτική | — | ελαιοχρωμάτιζε / ελαιοχρωμάτισε | — | — | ελαιοχρωματίζετε / ελαιοχρωματίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →