Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ελαστικοποίηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. κυριολεκτικάδιαδικασία με την οποία ένα υλικό αποκτά αυξημένη ελαστικότητα και ευκαμψία Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάενέργεια ή κατάσταση κατά την οποία όροι, κανόνες ή ρυθμίσεις καθίστανται πιο ευέλικτοι και λιγότερο αυστηροί Βικιλεξικό
  3. τεχνολογίακατεργασία —ιδίως σε ίνες ή νήματα— που βελτιώνει την υφή, τη σταθερότητα και την ελαστική συμπεριφορά τους Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ελαστικοποίηση < ελαστικοποιώ + -ση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήελαστικοποίησηελαστικοποιήσεις
Γενικήελαστικοποίησηςελαστικοποιήσεων
Αιτιατικήελαστικοποίησηελαστικοποιήσεις
Κλητικήελαστικοποίησηελαστικοποιήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →