Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ελαστικοποιώ

ρήμα
•
  1. κυριολεκτικάκαθιστώ ένα υλικό πιο εύκαμπτο και ικανό να παραμορφώνεται, χωρίς να θραύεται, αυξάνοντας την ελαστικότητά του Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάχαλαρώνω όρους, κανόνες ή ρυθμίσεις, ώστε να εφαρμόζονται με μεγαλύτερη ευελιξία ή να επιδέχονται αποκλίσεις Βικιλεξικό
  3. τεχνολογίαυποβάλλω ίνες ή νήματα σε κατεργασία που βελτιώνει την υφή, τη σταθερότητα και την ελαστική συμπεριφορά τους Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ελαστικοποιώ < ελαστικός + -ο- + -ποιώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςελαστικοποιώελαστικοποιείςελαστικοποιείελαστικοποιούμεελαστικοποιείτεελαστικοποιούν / ελαστικοποιούνε
Παρατατικόςελαστικοποιούσαελαστικοποιούσεςελαστικοποιούσεελαστικοποιούσαμεελαστικοποιούσατεελαστικοποιούσαν / ελαστικοποιούσανε
Αόριστοςελαστικοποίησαελαστικοποίησεςελαστικοποίησεελαστικοποιήσαμεελαστικοποιήσατεελαστικοποίησαν / ελαστικοποιήσαν / ελαστικοποιήσανε
Μέλλονταςθα ελαστικοποιήσω / θα ελαστικοποιώθα ελαστικοποιήσεις / θα ελαστικοποιείςθα ελαστικοποιήσει / θα ελαστικοποιείθα ελαστικοποιήσουμε / θα ελαστικοποιούμεθα ελαστικοποιήσετε / θα ελαστικοποιείτεθα ελαστικοποιήσουν / θα ελαστικοποιήσουνε / θα ελαστικοποιούν / θα ελαστικοποιούνε
Παρακείμενοςέχω ελαστικοποιήσειέχεις ελαστικοποιήσειέχει ελαστικοποιήσειέχουμε ελαστικοποιήσειέχετε ελαστικοποιήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ελαστικοποιήσειείχες ελαστικοποιήσειείχε ελαστικοποιήσειείχαμε ελαστικοποιήσει——
Υποτακτικήνα έχω ελαστικοποιήσει / να ελαστικοποιήσω / να ελαστικοποιώνα έχεις ελαστικοποιήσει / να ελαστικοποιήσεις / να ελαστικοποιείςνα έχει ελαστικοποιήσει / να ελαστικοποιήσει / να ελαστικοποιείνα έχουμε ελαστικοποιήσει / να ελαστικοποιήσουμε / να ελαστικοποιούμενα έχετε ελαστικοποιήσει / να ελαστικοποιήσετε / να ελαστικοποιείτενα ελαστικοποιήσουν / να ελαστικοποιήσουνε / να ελαστικοποιούν / να ελαστικοποιούνε
Προστακτική—έχε ελαστικοποιημένο / ελαστικοποίησε——ελαστικοποιήστε / ελαστικοποιείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →