ελαστικοποιώ
•
- κυριολεκτικάκαθιστώ ένα υλικό πιο εύκαμπτο και ικανό να παραμορφώνεται, χωρίς να θραύεται, αυξάνοντας την ελαστικότητά του Βικιλεξικό
- μεταφορικάχαλαρώνω όρους, κανόνες ή ρυθμίσεις, ώστε να εφαρμόζονται με μεγαλύτερη ευελιξία ή να επιδέχονται αποκλίσεις Βικιλεξικό
- τεχνολογίαυποβάλλω ίνες ή νήματα σε κατεργασία που βελτιώνει την υφή, τη σταθερότητα και την ελαστική συμπεριφορά τους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ελαστικοποιώ < ελαστικός + -ο- + -ποιώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ελαστικοποιώ | ελαστικοποιείς | ελαστικοποιεί | ελαστικοποιούμε | ελαστικοποιείτε | ελαστικοποιούν / ελαστικοποιούνε |
| Παρατατικός | ελαστικοποιούσα | ελαστικοποιούσες | ελαστικοποιούσε | ελαστικοποιούσαμε | ελαστικοποιούσατε | ελαστικοποιούσαν / ελαστικοποιούσανε |
| Αόριστος | ελαστικοποίησα | ελαστικοποίησες | ελαστικοποίησε | ελαστικοποιήσαμε | ελαστικοποιήσατε | ελαστικοποίησαν / ελαστικοποιήσαν / ελαστικοποιήσανε |
| Μέλλοντας | θα ελαστικοποιήσω / θα ελαστικοποιώ | θα ελαστικοποιήσεις / θα ελαστικοποιείς | θα ελαστικοποιήσει / θα ελαστικοποιεί | θα ελαστικοποιήσουμε / θα ελαστικοποιούμε | θα ελαστικοποιήσετε / θα ελαστικοποιείτε | θα ελαστικοποιήσουν / θα ελαστικοποιήσουνε / θα ελαστικοποιούν / θα ελαστικοποιούνε |
| Παρακείμενος | έχω ελαστικοποιήσει | έχεις ελαστικοποιήσει | έχει ελαστικοποιήσει | έχουμε ελαστικοποιήσει | έχετε ελαστικοποιήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ελαστικοποιήσει | είχες ελαστικοποιήσει | είχε ελαστικοποιήσει | είχαμε ελαστικοποιήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ελαστικοποιήσει / να ελαστικοποιήσω / να ελαστικοποιώ | να έχεις ελαστικοποιήσει / να ελαστικοποιήσεις / να ελαστικοποιείς | να έχει ελαστικοποιήσει / να ελαστικοποιήσει / να ελαστικοποιεί | να έχουμε ελαστικοποιήσει / να ελαστικοποιήσουμε / να ελαστικοποιούμε | να έχετε ελαστικοποιήσει / να ελαστικοποιήσετε / να ελαστικοποιείτε | να ελαστικοποιήσουν / να ελαστικοποιήσουνε / να ελαστικοποιούν / να ελαστικοποιούνε |
| Προστακτική | — | έχε ελαστικοποιημένο / ελαστικοποίησε | — | — | ελαστικοποιήστε / ελαστικοποιείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →