Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εμβολίζω

ρήμα
•
  1. διατρυπώ άλλο πλοίο με έμβολο που βρίσκεται στην πλώρη του δικού μου πλοίου, προκαλώντας του ρήγμα Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηκτυπώ με το μπροστινό μου τμήμα τα πλευρά άλλου (πλοίου ή οχήματος) Βικιλεξικό
  3. κατ’ επέκτασηορμώ και κτυπώ κάτι ή κάποιον με ορισμένο αντικείμενο που το χρησιμοποιώ σαν έμβολο Βικιλεξικό
  4. ειδικότεραπροκαλώ τεχνητά απόφραξη αιμοφόρου αγγείου με ειδικά μέσα, με σκοπό τη θεραπευτική διακοπή ή ρύθμιση της αιματικής ροής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εμβολίζω < έμβολ(ο) + -ίζω < αρχαία ελληνική ἔμβολον, ουδέτερο του ἔμβολος < ἐμβάλλω < βάλλω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεμβολίζωεμβολίζειςεμβολίζειεμβολίζουμεεμβολίζετεεμβολίζουν / εμβολίζουνε
Παρατατικόςεμβόλιζαεμβόλιζεςεμβόλιζεεμβολίζαμεεμβολίζατεεμβολίζαν / εμβολίζανε / εμβόλιζαν
Αόριστοςεμβόλισαεμβόλισεςεμβόλισεεμβολίσαμεεμβολίσατεεμβολίσαν / εμβολίσανε / εμβόλισαν
Μέλλονταςθα εμβολίζω / θα εμβολίσωθα εμβολίζεις / θα εμβολίσειςθα εμβολίζει / θα εμβολίσειθα εμβολίζουμε / θα εμβολίσουμεθα εμβολίζετε / θα εμβολίσετεθα εμβολίζουν / θα εμβολίζουνε / θα εμβολίσουν / θα εμβολίσουνε
Παρακείμενοςέχω εμβολίσειέχεις εμβολίσειέχει εμβολίσειέχουμε εμβολίσει——
Υπερσυντέλικοςείχα εμβολίσειείχες εμβολίσειείχε εμβολίσειείχαμε εμβολίσει——
Υποτακτικήνα έχω εμβολίσει / να εμβολίζω / να εμβολίσωνα έχεις εμβολίσει / να εμβολίζεις / να εμβολίσειςνα έχει εμβολίσει / να εμβολίζει / να εμβολίσεινα έχουμε εμβολίσει / να εμβολίζουμε / να εμβολίσουμενα εμβολίζετε / να εμβολίσετενα εμβολίζουν / να εμβολίζουνε / να εμβολίσουν / να εμβολίσουνε
Προστακτική—εμβόλιζε / εμβόλισε——εμβολίζετε / εμβολίστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

εμβολίζομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →