εμβολίζω
•
- διατρυπώ άλλο πλοίο με έμβολο που βρίσκεται στην πλώρη του δικού μου πλοίου, προκαλώντας του ρήγμα Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηκτυπώ με το μπροστινό μου τμήμα τα πλευρά άλλου (πλοίου ή οχήματος) Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηορμώ και κτυπώ κάτι ή κάποιον με ορισμένο αντικείμενο που το χρησιμοποιώ σαν έμβολο Βικιλεξικό
- ειδικότεραπροκαλώ τεχνητά απόφραξη αιμοφόρου αγγείου με ειδικά μέσα, με σκοπό τη θεραπευτική διακοπή ή ρύθμιση της αιματικής ροής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εμβολίζω < έμβολ(ο) + -ίζω < αρχαία ελληνική ἔμβολον, ουδέτερο του ἔμβολος < ἐμβάλλω < βάλλω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εμβολίζω | εμβολίζεις | εμβολίζει | εμβολίζουμε | εμβολίζετε | εμβολίζουν / εμβολίζουνε |
| Παρατατικός | εμβόλιζα | εμβόλιζες | εμβόλιζε | εμβολίζαμε | εμβολίζατε | εμβολίζαν / εμβολίζανε / εμβόλιζαν |
| Αόριστος | εμβόλισα | εμβόλισες | εμβόλισε | εμβολίσαμε | εμβολίσατε | εμβολίσαν / εμβολίσανε / εμβόλισαν |
| Μέλλοντας | θα εμβολίζω / θα εμβολίσω | θα εμβολίζεις / θα εμβολίσεις | θα εμβολίζει / θα εμβολίσει | θα εμβολίζουμε / θα εμβολίσουμε | θα εμβολίζετε / θα εμβολίσετε | θα εμβολίζουν / θα εμβολίζουνε / θα εμβολίσουν / θα εμβολίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εμβολίσει | έχεις εμβολίσει | έχει εμβολίσει | έχουμε εμβολίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εμβολίσει | είχες εμβολίσει | είχε εμβολίσει | είχαμε εμβολίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εμβολίσει / να εμβολίζω / να εμβολίσω | να έχεις εμβολίσει / να εμβολίζεις / να εμβολίσεις | να έχει εμβολίσει / να εμβολίζει / να εμβολίσει | να έχουμε εμβολίσει / να εμβολίζουμε / να εμβολίσουμε | να εμβολίζετε / να εμβολίσετε | να εμβολίζουν / να εμβολίζουνε / να εμβολίσουν / να εμβολίσουνε |
| Προστακτική | — | εμβόλιζε / εμβόλισε | — | — | εμβολίζετε / εμβολίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
εμβολίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →