εμβολιαστής
•
- ιατρικήαυτός που εμβολιάζει Βικιλεξικό
- Ο ΠΟΥ από το 2011 έχει εκδώσει και επικαιροποιεί ανά τακτά χρονικά διαστήματα κατευθυντήριες οδηγίες για τα κριτήρια και τις προϋποθέσεις παροχής επαρκών και κατάλληλων φαρμακευτικών υπηρεσιών (W.H.O., Technical Report Series, No. 961, 2011), στις οποίες, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι ο φαρμακοποιός πρέπει να ασκεί και τον ρόλο του εμβολιαστή, συμμετέχοντας σε εμβολιαστικά προγράμματα, αυξάνοντας την εμβολιαστική κάλυψη και συμβάλλοντας με πρωταγωνιστικό ρόλο στη διασφάλιση της ανοσοποίησης του πληθυσμού. (εφ. Πρώτο Θέμα, 14.03.2019)
- βοτανικήσυσκευή ή άτομο που εμβολιάζει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εμβολιαστής < (εμβολιάζω) εμβολιασ- + -τής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εμβολιαστής | εμβολιαστές |
| Γενική | εμβολιαστή | εμβολιαστών |
| Αιτιατική | εμβολιαστή | εμβολιαστές |
| Κλητική | εμβολιαστή | εμβολιαστές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →