εμπειριοκρατικός
•
- που έχει σχέση με την εμπειριοκρατία / τον εμπειρισμό ή αναφέρεται σʼ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εμπειριοκρατικός < εμπειριοκρατία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εμπειριοκρατικός | εμπειριοκρατική | εμπειριοκρατικό |
| Γενική | εμπειριοκρατικού | εμπειριοκρατικής | εμπειριοκρατικού |
| Αιτιατική | εμπειριοκρατικό | εμπειριοκρατική | εμπειριοκρατικό |
| Κλητική | εμπειριοκρατικέ | εμπειριοκρατική | εμπειριοκρατικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εμπειριοκρατικοί | εμπειριοκρατικές | εμπειριοκρατικά |
| Γενική | εμπειριοκρατικών | εμπειριοκρατικών | εμπειριοκρατικών |
| Αιτιατική | εμπειριοκρατικούς | εμπειριοκρατικές | εμπειριοκρατικά |
| Κλητική | εμπειριοκρατικοί | εμπειριοκρατικές | εμπειριοκρατικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →