Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εμπειριοκρατικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την εμπειριοκρατία / τον εμπειρισμό ή αναφέρεται σʼ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εμπειριοκρατικός < εμπειριοκρατία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεμπειριοκρατικόςεμπειριοκρατικήεμπειριοκρατικό
Γενικήεμπειριοκρατικούεμπειριοκρατικήςεμπειριοκρατικού
Αιτιατικήεμπειριοκρατικόεμπειριοκρατικήεμπειριοκρατικό
Κλητικήεμπειριοκρατικέεμπειριοκρατικήεμπειριοκρατικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεμπειριοκρατικοίεμπειριοκρατικέςεμπειριοκρατικά
Γενικήεμπειριοκρατικώνεμπειριοκρατικώνεμπειριοκρατικών
Αιτιατικήεμπειριοκρατικούςεμπειριοκρατικέςεμπειριοκρατικά
Κλητικήεμπειριοκρατικοίεμπειριοκρατικέςεμπειριοκρατικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →