εμπειρία
•
- η γνώση που αποκτιέται μέσα από βιώματα Βικιλεξικό
- Ερευνητές, οι οποίοι είναι επιστήμονες υψηλής επιστημονικής εμπειρίας και κατάρτισης, κάτοχοι διδακτορικού διπλώματος, που εργάζονται αυτοτελώς και ανεξάρτητα για την παραγωγή ή βελτίωση γνώσεων και την εφαρμογή τους για την παραγωγή προϊόντων, διατάξεων (devices), διαδικασιών, μεθόδων και συστημάτων, ενώ μπορούν να παρέχουν και εκπαιδευτικό και διοικητικό έργο. (Νόμος 4310/2014, Έρευνα, Τεχνολογική Ανάπτυξη και Καινοτομία και άλλες διατάξεις, Ελληνική Δημοκρατία)
Ετυμολογία
εμπειρία < αρχαία ελληνική ἐμπειρία < ἔμπειρος < ἐν + πεῖρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εμπειρία | εμπειρίες |
| Γενική | εμπειρίας | εμπειριών |
| Αιτιατική | εμπειρία | εμπειρίες |
| Κλητική | εμπειρία | εμπειρίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →